29/1/26

Πού οφείλονται οι μαθησιακές δυσκολίες

πηγη

 

Οι μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν ένα σύνθετο φαινόμενο με πολυπαραγοντική αιτιολογία. Δεν πρόκειται για ενιαία διαταραχή, αλλά για ένα σύνολο δυσκολιών που επηρεάζουν την απόκτηση και τη χρήση ακαδημαϊκών δεξιοτήτων, όπως η ανάγνωση, η γραφή, η ορθογραφία και τα μαθηματικά. Η κατανόηση των αιτίων τους είναι απαραίτητη τόσο για την αποφυγή λανθασμένων ερμηνειών όσο και για τον σωστό σχεδιασμό παρεμβάσεων.

Νευροβιολογικοί παράγοντες

Κεντρικό ρόλο στην εμφάνιση μαθησιακών δυσκολιών διαδραματίζουν νευροβιολογικοί παράγοντες. Έρευνες δείχνουν ότι ο εγκέφαλος παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες επεξεργάζεται τις πληροφορίες με διαφορετικό τρόπο, ιδιαίτερα σε περιοχές που σχετίζονται με τη γλωσσική και αριθμητική επεξεργασία. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αποτελούν παθολογία, αλλά παραλλαγή της νευροαναπτυξιακής λειτουργίας.

Γενετική προδιάθεση

Οι μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν ισχυρό γενετικό υπόβαθρο. Συχνά παρατηρείται οικογενειακό ιστορικό δυσκολιών στη μάθηση, γεγονός που υποδηλώνει κληρονομική προδιάθεση. Η γενετική δεν καθορίζει απόλυτα την πορεία του παιδιού, αλλά αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης δυσκολιών, οι οποίες μπορούν να μετριαστούν με κατάλληλη παρέμβαση.

Γνωστικοί και αναπτυξιακοί παράγοντες

Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν ελλείμματα σε βασικές γνωστικές λειτουργίες, όπως:

  • φωνολογική επεξεργασία

  • εργαζόμενη μνήμη

  • ταχύτητα επεξεργασίας

  • εκτελεστικές λειτουργίες

Οι δυσκολίες αυτές επηρεάζουν την ικανότητα μάθησης, χωρίς να αντανακλούν χαμηλό νοητικό δυναμικό.

Περιβαλλοντικοί και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες

Αν και οι μαθησιακές δυσκολίες δεν προκαλούνται από το περιβάλλον, περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επιβαρύνουν ή να εντείνουν την εικόνα. Τέτοιοι παράγοντες περιλαμβάνουν:

  • ανεπαρκή εκπαιδευτικά ερεθίσματα

  • συναισθηματική ανασφάλεια

  • χρόνιο άγχος ή στρες

  • κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες

Οι παράγοντες αυτοί δεν αποτελούν πρωτογενή αιτία, αλλά λειτουργούν επιβαρυντικά.

Εκπαιδευτικοί παράγοντες

Η έλλειψη διαφοροποιημένης διδασκαλίας και η ακατάλληλη παιδαγωγική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσουν σε μη αναγνώριση των δυσκολιών και σε επιδείνωση της μαθησιακής εικόνας. Όταν το εκπαιδευτικό πλαίσιο δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού, οι δυσκολίες γίνονται πιο έντονες και συχνά συνοδεύονται από δευτερογενή συναισθηματικά προβλήματα.

Τι δεν προκαλεί μαθησιακές δυσκολίες

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι μαθησιακές δυσκολίες:

  • δεν οφείλονται σε τεμπελιά

  • δεν αποτελούν ένδειξη χαμηλής νοημοσύνης

  • δεν προκαλούνται από έλλειψη προσπάθειας

  • δεν είναι αποτέλεσμα κακής ανατροφής

Η αποσαφήνιση αυτή συμβάλλει στη μείωση του στιγματισμού.

Πρακτικές συνέπειες για την παρέμβαση

Η κατανόηση της αιτιολογίας οδηγεί σε πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις:

  • έγκαιρη διάγνωση

  • εξατομικευμένα προγράμματα παρέμβασης

  • συνεργασία οικογένειας, σχολείου και ειδικών

  • ενίσχυση των δυνατών σημείων του παιδιού

Συμπερασματικά

Οι μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης βιολογικών, γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Δεν αποτελούν εμπόδιο στην εξέλιξη του παιδιού, όταν αναγνωρίζονται έγκαιρα και αντιμετωπίζονται με επιστημονικά τεκμηριωμένο και υποστηρικτικό τρόπο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Fletcher, J. et al. (2019). Learning Disabilities.

  • Snowling, M. & Hulme, C. (2020).

  • American Psychiatric Association. (2022). DSM-5-TR

Μαθησιακό προφίλ παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες

πηγη

 

Ο όρος «μαθησιακό προφίλ» αναφέρεται στη συνολική εικόνα του τρόπου με τον οποίο ένα παιδί προσλαμβάνει, επεξεργάζεται και αξιοποιεί τη γνώση. Στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, το μαθησιακό προφίλ δεν χαρακτηρίζεται μόνο από ελλείμματα, αλλά από έναν ιδιαίτερο συνδυασμό δυνατών και αδύναμων σημείων, ο οποίος απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση και εξατομικευμένη εκπαιδευτική προσέγγιση.

Τι περιλαμβάνει το μαθησιακό προφίλ

Το μαθησιακό προφίλ αποτελεί αποτέλεσμα συστηματικής παιδαγωγικής και ψυχοεκπαιδευτικής αξιολόγησης και περιλαμβάνει:

  • τον ρυθμό μάθησης και την αντοχή στη γνωστική προσπάθεια

  • τον τρόπο επεξεργασίας της πληροφορίας (οπτικός, ακουστικός, κιναισθητικός)

  • τις γλωσσικές και μαθηματικές δεξιότητες

  • τις δεξιότητες μνήμης και προσοχής

  • τα συναισθηματικά και κινητοποιητικά χαρακτηριστικά

Η κατανόηση αυτών των παραμέτρων επιτρέπει την ουσιαστική προσαρμογή της διδασκαλίας.

Γνωστικά και μαθησιακά χαρακτηριστικά

Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες συχνά παρουσιάζουν ανομοιογενή γνωστική εικόνα. Μπορεί να έχουν καλή κατανόηση προφορικού λόγου, αλλά δυσκολία στον γραπτό. Άλλα παιδιά κατανοούν έννοιες, αλλά δυσκολεύονται να τις αποτυπώσουν γραπτά ή να οργανώσουν τη σκέψη τους.

Συχνά παρατηρούνται:

  • δυσκολίες στην εργαζόμενη μνήμη

  • αργός ρυθμός επεξεργασίας

  • δυσκολία στη γενίκευση γνώσεων

  • ανάγκη για επαναλήψεις και παραδείγματα

Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι σταθερά ούτε ίδια για όλα τα παιδιά, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την εξατομίκευση.

Συναισθηματικές και συμπεριφορικές παράμετροι

Το μαθησιακό προφίλ δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού. Η συστηματική εμπειρία δυσκολίας ή αποτυχίας επηρεάζει την αυτοεκτίμηση, την αυτοπεποίθηση και τη στάση απέναντι στη μάθηση. Πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν άγχος επίδοσης, αποφυγή ή μειωμένα κίνητρα.

Η συναισθηματική ενίσχυση και η αποδοχή αποτελούν βασικούς παράγοντες βελτίωσης της μαθησιακής εικόνας.

Ρόλος της αξιολόγησης

Η ψυχοεκπαιδευτική αξιολόγηση δεν έχει ως στόχο την «ετικετοποίηση» του παιδιού, αλλά την κατανόηση των αναγκών του. Μέσα από το μαθησιακό προφίλ, εντοπίζονται τόσο οι δυσκολίες όσο και τα δυνατά σημεία, πάνω στα οποία μπορεί να στηριχθεί η εκπαιδευτική παρέμβαση.

Πρακτικές εφαρμογές στην εκπαιδευτική πράξη

Η αξιοποίηση του μαθησιακού προφίλ επιτρέπει:

  • την επιλογή κατάλληλων μεθόδων διδασκαλίας

  • την προσαρμογή του υλικού και του ρυθμού

  • τη διαφοροποίηση της αξιολόγησης

  • τη στοχευμένη ενίσχυση δεξιοτήτων

Όταν η διδασκαλία εναρμονίζεται με το μαθησιακό προφίλ, το παιδί αισθάνεται ικανό και ενεργό στη μαθησιακή διαδικασία.

Συνεργασία με οικογένεια και ειδικούς

Η κοινοποίηση και κατανόηση του μαθησιακού προφίλ από γονείς και εκπαιδευτικούς διασφαλίζει τη συνέπεια στις παρεμβάσεις. Η συνεργασία με ειδικούς (ειδικούς παιδαγωγούς, ψυχολόγους, λογοθεραπευτές) ενισχύει την αποτελεσματικότητα της υποστήριξης.

Συμπερασματικά

Το μαθησιακό προφίλ αποτελεί βασικό εργαλείο κατανόησης και υποστήριξης του παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες. Μέσα από αυτό, η εκπαιδευτική διαδικασία μετατοπίζεται από την έμφαση στη δυσκολία, στην ανάδειξη των δυνατοτήτων και της προοπτικής εξέλιξης.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Lerner, J. & Johns, B. (2015). Learning Disabilities and Related Disabilities.

  • Fletcher, J. et al. (2019).

  • Westwood, P. (2018)

Πώς οργανώνεται το μάθημα σε παιδί με μαθησιακές δυσκολίες

πηγη

 

Η οργάνωση της μαθησιακής διαδικασίας για ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες απαιτεί συστηματικό σχεδιασμό, ευελιξία και βαθιά κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το παιδί μαθαίνει. Οι μαθησιακές δυσκολίες δεν αποτελούν ένδειξη χαμηλών ικανοτήτων, αλλά διαφορετικού τρόπου επεξεργασίας της πληροφορίας. Κατά συνέπεια, το μάθημα οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού και όχι το παιδί να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε ένα άκαμπτο εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Βασικές παιδαγωγικές αρχές

Η αποτελεσματική διδασκαλία βασίζεται πρωτίστως στη διαφοροποιημένη διδασκαλία. Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός λαμβάνει υπόψη το μαθησιακό προφίλ, τον ρυθμό μάθησης, τα ενδιαφέροντα και τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού. Κεντρική αρχή είναι η σαφήνεια: σαφείς στόχοι, σαφείς οδηγίες και σαφή κριτήρια επιτυχίας.

Παράλληλα, η ενεργή συμμετοχή του παιδιού στη μαθησιακή διαδικασία είναι καθοριστικής σημασίας. Η παθητική ακρόαση δεν ευνοεί την κατανόηση ούτε τη διατήρηση της πληροφορίας.

Δομή και οργάνωση του μαθήματος

Το μάθημα πρέπει να έχει σταθερή και προβλέψιμη δομή. Η ύπαρξη ρουτίνας μειώνει το άγχος και ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας. Η έναρξη κάθε μαθήματος καλό είναι να περιλαμβάνει υπενθύμιση στόχων και σύνδεση με προηγούμενη γνώση.

Η ύλη χρειάζεται να παρουσιάζεται σε μικρές, διαχειρίσιμες ενότητες. Η διάσπαση της πληροφορίας βοηθά το παιδί να εστιάσει και να οργανώσει τη σκέψη του, χωρίς να υπερφορτώνεται γνωστικά.

Μέθοδοι και τεχνικές διδασκαλίας

Η χρήση πολυαισθητηριακών μεθόδων ενισχύει τη μάθηση. Ο συνδυασμός οπτικών, ακουστικών και κιναισθητικών στοιχείων διευκολύνει την κατανόηση και τη μνήμη. Παραδείγματα αποτελούν:

  • οπτικά διαγράμματα και χάρτες εννοιών

  • πρακτικές δραστηριότητες και χειρισμός υλικών

  • προφορική επεξήγηση παράλληλα με γραπτό λόγο

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παροχή παραδειγμάτων πριν από την ανάθεση εργασιών, ώστε το παιδί να κατανοεί τι ακριβώς ζητείται.

Ρυθμός και χρόνος

Ο ρυθμός του μαθήματος πρέπει να είναι ευέλικτος. Πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για επεξεργασία και ολοκλήρωση εργασιών. Η παροχή επιπλέον χρόνου δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αναγκαία προσαρμογή.

Τα συχνά, σύντομα διαλείμματα βοηθούν στη διατήρηση της συγκέντρωσης και μειώνουν την κόπωση, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που απαιτούν έντονη πνευματική προσπάθεια.

Αξιολόγηση και ανατροφοδότηση

Η αξιολόγηση πρέπει να εστιάζει στην πρόοδο και όχι μόνο στο αποτέλεσμα. Η προφορική αξιολόγηση, η χρήση εναλλακτικών τρόπων παρουσίασης γνώσεων και η διαφοροποίηση των εξετάσεων συμβάλλουν σε δικαιότερη αποτίμηση των δεξιοτήτων του παιδιού.

Η ανατροφοδότηση οφείλει να είναι άμεση, συγκεκριμένη και ενθαρρυντική. Η αναγνώριση της προσπάθειας ενισχύει την αυτοεκτίμηση και τη μαθησιακή διάθεση.

Συνεργασία σχολείου και οικογένειας

Η αποτελεσματική υποστήριξη προϋποθέτει στενή συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών, γονέων και ειδικών. Η ανταλλαγή πληροφοριών και η κοινή στρατηγική συμβάλλουν στη συνέπεια και στη σταθερότητα των παρεμβάσεων.

Συμπερασματικά

Η οργάνωση του μαθήματος για παιδί με μαθησιακές δυσκολίες δεν απαιτεί ριζικές αλλαγές, αλλά ουσιαστικές προσαρμογές. Όταν το εκπαιδευτικό πλαίσιο γίνεται ευέλικτο, σαφές και υποστηρικτικό, το παιδί μπορεί να αναπτύξει τις δεξιότητές του και να βιώσει τη μάθηση ως θετική εμπειρία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Tomlinson, C. (2017). How to Differentiate Instruction in Academically Diverse Classrooms.

  • Westwood, P. (2018).

  • Lerner, J. & Johns, B. (2015)

Τι αρέσει και τι δυσκολεύει τα παιδιά με ΔΕΠΥ

πηγη

 

Τα παιδιά με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) συχνά παρεξηγούνται ως αδιάφορα, απείθαρχα ή «δύσκολα». Στην πραγματικότητα, διαθέτουν ισχυρά κίνητρα και δυνατότητες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίζουν την προσοχή, τη συμπεριφορά και το συναίσθημά τους διαφέρει από αυτόν των συνομηλίκων τους. Η κατανόηση του τι τα κινητοποιεί και τι τα δυσκολεύει αποτελεί βασικό παράγοντα για την αποτελεσματική υποστήριξή τους.

Πώς λειτουργεί η προσοχή στη ΔΕΠΥ

Στη ΔΕΠΥ το βασικό ζήτημα δεν είναι η απουσία προσοχής, αλλά η δυσκολία στη ρύθμισή της. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ μπορούν να συγκεντρωθούν έντονα σε δραστηριότητες που τα ενδιαφέρουν (φαινόμενο υπερεστίασης), ενώ δυσκολεύονται ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που θεωρούν μονότονες ή απαιτούν παρατεταμένη πνευματική προσπάθεια χωρίς άμεση ανταμοιβή.

Τι αρέσει και κινητοποιεί τα παιδιά με ΔΕΠΥ

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ ανταποκρίνονται θετικά σε περιβάλλοντα που προσφέρουν δομή, ποικιλία και ενεργή συμμετοχή. Συγκεκριμένα, τους αρέσουν:

  • δραστηριότητες με κίνηση και σωματική εμπλοκή

  • μαθησιακές εμπειρίες με παιχνίδι, ρόλους και πειραματισμό

  • εργασίες με ξεκάθαρο στόχο και σύντομη διάρκεια

  • άμεση και σαφή ανατροφοδότηση

  • θετική ενίσχυση και αναγνώριση της προσπάθειας

Η ανάγκη τους για δράση και εναλλαγή δεν αποτελεί έλλειμμα, αλλά χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας τους.

Τι τα δυσκολεύει στο σχολικό και καθημερινό πλαίσιο

Αντίθετα, τα παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται έντονα σε συνθήκες που απαιτούν παθητική συμμετοχή και μακρόχρονη αυτορρύθμιση. Συχνά προβληματίζονται από:

  • παρατεταμένη καθιστική εργασία

  • μονότονες, επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες

  • ασαφείς ή γενικές οδηγίες

  • μεγάλο όγκο εργασιών χωρίς ενδιάμεσα βήματα

  • καθυστέρηση στην επιβράβευση ή στο αποτέλεσμα

Αυτές οι συνθήκες αυξάνουν την απογοήτευση, ενισχύουν την παρορμητικότητα και μειώνουν την αυτοεκτίμηση.

Συναισθηματικές αντιδράσεις και συμπεριφορά

Η συχνή εμπειρία αποτυχίας ή επίπληξης μπορεί να οδηγήσει σε θυμό, άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση ή αποφυγή. Πολλά παιδιά με ΔΕΠΥ αναπτύσσουν την αίσθηση ότι «δεν τα καταφέρνουν», γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη μαθησιακή τους πορεία και τις κοινωνικές τους σχέσεις.

Πρακτικές στρατηγικές υποστήριξης

Η καθημερινή υποστήριξη πρέπει να βασίζεται στην κατανόηση των αναγκών τους και όχι στον περιορισμό της συμπεριφοράς τους. Ενδεικτικές στρατηγικές περιλαμβάνουν:

  • σαφή οπτικά προγράμματα και κανόνες

  • διάσπαση των εργασιών σε μικρά, διαχειρίσιμα βήματα

  • συχνά, σύντομα διαλείμματα κίνησης

  • χρήση χρονόμετρου για οριοθέτηση χρόνου

  • ενίσχυση επιθυμητών συμπεριφορών αντί για τιμωρία

Η συνέπεια και η προβλεψιμότητα μειώνουν το άγχος και βελτιώνουν τη λειτουργικότητα του παιδιού.

Ρόλος οικογένειας και σχολείου

Η συνεργασία οικογένειας και σχολείου είναι καθοριστική. Όταν οι ενήλικες υιοθετούν κοινές στρατηγικές και προσδοκίες, το παιδί αισθάνεται ασφάλεια και σταθερότητα. Η αποδοχή της διαφορετικότητας του παιδιού αποτελεί βασικό βήμα για τη θετική του εξέλιξη.

Συμπερασματικά

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ δεν δυσκολεύονται επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν να ρυθμίσουν εύκολα τη συμπεριφορά και την προσοχή τους. Όταν το περιβάλλον προσαρμόζεται στις ανάγκες τους, αναδεικνύονται τα δυνατά τους σημεία και ενισχύεται η μαθησιακή και κοινωνική τους ανάπτυξη.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Barkley, R. A. (2020). ADHD: A Handbook for Diagnosis and Treatment.

  • DuPaul, G., & Stoner, G. (2014).

  • Brown, T. (2013)

     

ΔΕΠΥ: Διάγνωση και βασικά χαρακτηριστικά

πηγη

 

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) αποτελεί μία από τις συχνότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές της παιδικής ηλικίας. Επηρεάζει τη λειτουργική ικανότητα του παιδιού σε πολλαπλά επίπεδα: γνωστικό, μαθησιακό, συναισθηματικό και κοινωνικό. Η κατανόηση του πλήρους προφίλ της ΔΕΠΥ είναι απαραίτητη ώστε να αποφευχθούν εσφαλμένες ερμηνείες της συμπεριφοράς του παιδιού και να σχεδιαστούν κατάλληλες παρεμβάσεις.

Νευροβιολογική βάση της ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ έχει ισχυρή νευροβιολογική και γενετική αιτιολογία. Έρευνες δείχνουν διαφοροποιήσεις στη λειτουργία εγκεφαλικών δικτύων που σχετίζονται με την προσοχή, την εκτελεστική λειτουργία και την αυτορρύθμιση, ιδιαίτερα στον προμετωπιαίο φλοιό. Οι διαφοροποιήσεις αυτές επηρεάζουν την ικανότητα του παιδιού να οργανώνει τη συμπεριφορά του, να ελέγχει τις παρορμήσεις του και να διατηρεί την προσοχή του σε δραστηριότητες χαμηλού κινήτρου.

Διαγνωστική διαδικασία

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ δεν βασίζεται σε μία μεμονωμένη εξέταση. Αποτελεί κλινική διαδικασία που περιλαμβάνει:

  • αξιολόγηση βάσει των κριτηρίων του DSM-5-TR

  • αναλυτικό αναπτυξιακό και οικογενειακό ιστορικό

  • πληροφορίες από το σχολικό περιβάλλον

  • παρατήρηση της συμπεριφοράς σε περισσότερα από ένα πλαίσια

Βασικό διαγνωστικό κριτήριο είναι τα συμπτώματα να εμφανίζονται πριν την ηλικία των 12 ετών, να είναι επίμονα και να επηρεάζουν ουσιαστικά τη λειτουργικότητα του παιδιού.

Τύποι ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα παιδιά. Διακρίνονται τρεις βασικοί τύποι:

1. Τύπος απροσεξίας
Το παιδί δυσκολεύεται να διατηρήσει την προσοχή, να οργανώσει εργασίες, να ακολουθήσει οδηγίες και να ολοκληρώσει καθήκοντα. Συχνά φαίνεται αφηρημένο και ξεχνά εύκολα.

2. Υπερκινητικός – παρορμητικός τύπος
Χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα, δυσκολία παραμονής σε καθιστή θέση, παρορμητικές αντιδράσεις και δυσκολία αναμονής.

3. Μικτός τύπος
Συνδυάζει στοιχεία απροσεξίας και υπερκινητικότητας και αποτελεί την πιο συχνή μορφή.

Λειτουργικό και μαθησιακό προφίλ

Στο σχολικό περιβάλλον, το παιδί με ΔΕΠΥ μπορεί να παρουσιάζει ασυνεπή επίδοση. Δεν πρόκειται για έλλειψη ικανότητας, αλλά για δυσκολία στη ρύθμιση της προσοχής και της προσπάθειας. Συχνά:

  • ξεκινά εργασίες αλλά δεν τις ολοκληρώνει

  • δυσκολεύεται στη διαχείριση χρόνου

  • κάνει λάθη απροσεξίας

  • παρουσιάζει ανοργάνωτο γραπτό λόγο

Παράλληλα, πολλά παιδιά με ΔΕΠΥ εμφανίζουν υψηλή ενεργητικότητα, δημιουργικότητα, αυθορμητισμό και ικανότητα υπερεστίασης σε δραστηριότητες που τα ενδιαφέρουν.

Συναισθηματικό και κοινωνικό προφίλ

Η συνεχής παρατήρηση και διόρθωση από το περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, απογοήτευση ή θυμό. Κοινωνικά, το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται στη διαχείριση των κανόνων και στη ρύθμιση των αντιδράσεών του, γεγονός που επηρεάζει τις σχέσεις με συνομηλίκους.

Πρακτικές προτάσεις αντιμετώπισης

Η υποστήριξη του παιδιού με ΔΕΠΥ απαιτεί συνδυασμό παιδαγωγικών και ψυχοεκπαιδευτικών στρατηγικών:

  • σαφές και προβλέψιμο ημερήσιο πρόγραμμα

  • σύντομες, συγκεκριμένες οδηγίες

  • διάσπαση εργασιών σε μικρά βήματα

  • συχνή θετική ανατροφοδότηση

  • ενίσχυση δεξιοτήτων οργάνωσης και αυτορρύθμισης

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αποτελεί μέρος ενός συνολικού θεραπευτικού πλάνου, πάντα σε συνδυασμό με ψυχοεκπαιδευτική παρέμβαση.

Συμπερασματικά

Η ΔΕΠΥ δεν αποτελεί έλλειμμα προσπάθειας ή πειθαρχίας. Πρόκειται για διαφορετικό τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου που απαιτεί κατανόηση, προσαρμογή και συστηματική υποστήριξη. Όταν το παιδί υποστηρίζεται κατάλληλα, μπορεί να αναπτύξει πλήρως τις δυνατότητές του και να επιτύχει ακαδημαϊκά και κοινωνικά.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Barkley, R. A. (2020). Attention-Deficit Hyperactivity Disorder. Guilford Press

  • American Psychiatric Association. (2022). DSM-5-TR

  • DuPaul, G., & Stoner, G. (2014)

Προφίλ παιδιού με δυσλεξία

πηγη

 

Η δυσλεξία αποτελεί μία από τις συχνότερες ειδικές μαθησιακές διαταραχές και εντάσσεται στις νευροαναπτυξιακές διαταραχές της παιδικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην ανάγνωση, στη γραφή και στην ορθογραφία, οι οποίες δεν εξηγούνται από χαμηλή νοημοσύνη, ανεπαρκή εκπαίδευση ή αισθητηριακά ελλείμματα. Το προφίλ του παιδιού με δυσλεξία είναι πολυδιάστατο και περιλαμβάνει γνωστικές, μαθησιακές, συναισθηματικές και κοινωνικές παραμέτρους.

Νευροβιολογική βάση της δυσλεξίας

Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι η δυσλεξία έχει ισχυρή νευροβιολογική και γενετική βάση. Διαφοροποιήσεις στη λειτουργία εγκεφαλικών περιοχών που σχετίζονται με τη γλωσσική επεξεργασία, ιδιαίτερα στο αριστερό ημισφαίριο, επηρεάζουν τη φωνολογική ανάλυση και τη σύνδεση ήχου–γράμματος. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί με δυσλεξία επεξεργάζεται τη γλώσσα με διαφορετικό τρόπο, χωρίς αυτό να αποτελεί παθολογία ή έλλειμμα νοητικών ικανοτήτων.

Γνωστικό και μαθησιακό προφίλ

Κεντρικό χαρακτηριστικό του μαθησιακού προφίλ είναι η δυσκολία στη φωνολογική επίγνωση. Το παιδί δυσκολεύεται να αναλύσει τις λέξεις σε ήχους, να τους συνδυάσει και να τους αντιστοιχίσει με γραπτά σύμβολα. Ως αποτέλεσμα:

  • η ανάγνωση είναι αργή, κοπιαστική και συχνά ανακριβής

  • παρατηρούνται αντικαταστάσεις, παραλείψεις ή αντιστροφές γραμμάτων

  • η ορθογραφία παραμένει φτωχή παρά την εξάσκηση

  • η γραπτή έκφραση είναι περιορισμένη λόγω γνωστικής επιβάρυνσης

Παρά τις δυσκολίες αυτές, πολλά παιδιά με δυσλεξία εμφανίζουν σημαντικά δυνατά σημεία, όπως καλή προφορική έκφραση, αναπτυγμένη φαντασία, ικανότητα επίλυσης πρακτικών προβλημάτων και αυξημένη δημιουργικότητα.

Συναισθηματικό και ψυχοκοινωνικό προφίλ

Η παρατεταμένη εμπειρία αποτυχίας στο σχολικό περιβάλλον επηρεάζει συχνά την αυτοεικόνα του παιδιού. Παιδιά με δυσλεξία μπορεί να εμφανίσουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος επίδοσης, αποφυγή γραπτών εργασιών ή αρνητική στάση απέναντι στο σχολείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνται δευτερογενείς συναισθηματικές δυσκολίες, όχι λόγω της δυσλεξίας καθαυτής, αλλά λόγω της έλλειψης κατανόησης και κατάλληλης υποστήριξης.

Διάγνωση και αξιολόγηση

Η διάγνωση της δυσλεξίας πραγματοποιείται από διεπιστημονική ομάδα και περιλαμβάνει ψυχοπαιδαγωγική αξιολόγηση, ανάλυση γλωσσικών δεξιοτήτων και μελέτη του σχολικού ιστορικού. Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική, καθώς επιτρέπει την πρώιμη παρέμβαση και προλαμβάνει τη συσσώρευση μαθησιακών και συναισθηματικών δυσκολιών.

Πρακτικές προτάσεις υποστήριξης

Η αποτελεσματική παρέμβαση βασίζεται στην εξατομίκευση και στη χρήση πολυαισθητηριακών μεθόδων. Ενδεικτικά:

  • συστηματική διδασκαλία φωνολογικής επίγνωσης

  • συνδυασμός οπτικών, ακουστικών και κιναισθητικών ερεθισμάτων

  • προσαρμογή του τρόπου αξιολόγησης (προφορικές εξετάσεις, περισσότερο χρόνος)

  • χρήση τεχνολογικών εργαλείων υποστήριξης

  • σταθερή ενίσχυση και αποδοχή των προσπαθειών του παιδιού

Η συνεργασία οικογένειας, σχολείου και ειδικών αποτελεί βασικό παράγοντα επιτυχίας.

Συμπερασματικά

Το παιδί με δυσλεξία δεν είναι «αδύναμος μαθητής», αλλά μαθητής με διαφορετικό μαθησιακό προφίλ. Όταν το περιβάλλον προσαρμόζεται στις ανάγκες του, μπορεί να αναπτύξει πλήρως τις δυνατότητές του και να βιώσει τη μαθησιακή επιτυχία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Snowling, M. (2019). Dyslexia: A Very Short Introduction. Oxford University Press

  • American Psychiatric Association. (2022). DSM-5-TR

  • Lyon, G. R., Shaywitz, S. E., & Shaywitz, B. A. (2003)

Πρώτες βοήθειες ψυχικής υγείας: Ένας οδηγός για τις ψυχικές διαταραχές και την αντιμετώπισή τους

Mental health clipart Images - Free Download on Freepik
πηγη

 

Πρώτες βοήθειες ψυχικής υγείας: Ένας οδηγός για τις ψυχικές διαταραχές και την αντιμετώπισή τους

Εξαιρετικός οδηγός 330 σελίδες

Πατήστε εδώ 

26/1/26

Δυσλεξία: συμπτώματα, διάγνωση και τρόποι αντιμετώπισης

πηγη

 

Η δυσλεξία αποτελεί μία από τις συχνότερες ειδικές μαθησιακές δυσκολίες και επηρεάζει κυρίως την ικανότητα ανάγνωσης, γραφής και ορθογραφίας. Δεν σχετίζεται με το επίπεδο νοημοσύνης του ατόμου ούτε με έλλειψη προσπάθειας. Πρόκειται για νευροαναπτυξιακή δυσκολία που εμφανίζεται από την παιδική ηλικία και συχνά συνεχίζει και στην ενήλικη ζωή.

Η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή υποστήριξη μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις επιπτώσεις της δυσλεξίας στη σχολική επίδοση, στην ψυχολογία και στην αυτοεκτίμηση του παιδιού.

Τι είναι η δυσλεξία

Η δυσλεξία αφορά δυσκολία στην αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου, στην αναγνώριση λέξεων και στη σύνδεση γραμμάτων με ήχους. Τα παιδιά με δυσλεξία συχνά χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να διαβάσουν και να γράψουν, ενώ κουράζονται εύκολα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τον γραπτό λόγο.

Συμπτώματα της δυσλεξίας

Τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.

Στην προσχολική ηλικία

  • Καθυστέρηση στην ανάπτυξη λόγου

  • Δυσκολία στην ομοιοκαταληξία και στα παιχνίδια ήχων

  • Δυσκολία στην απομνημόνευση τραγουδιών ή ακολουθιών

Στη σχολική ηλικία

  • Αργή και κοπιαστική ανάγνωση

  • Συχνά ορθογραφικά λάθη

  • Αντιστροφές γραμμάτων ή συλλαβών

  • Δυσκολία στην κατανόηση γραπτού κειμένου

  • Αποφυγή σχολικών εργασιών που απαιτούν διάβασμα

Στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή

  • Δυσκολία στη γρήγορη ανάγνωση και στη γραπτή έκφραση

  • Προβλήματα οργάνωσης και διαχείρισης χρόνου

  • Άγχος και χαμηλή αυτοεκτίμηση σε ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά πλαίσια

Πώς γίνεται η διάγνωση της δυσλεξίας

Η διάγνωση της δυσλεξίας γίνεται από εξειδικευμένους επαγγελματίες, όπως ειδικούς παιδαγωγούς, ψυχολόγους ή διεπιστημονικές ομάδες. Περιλαμβάνει:

  • Λεπτομερές αναπτυξιακό και εκπαιδευτικό ιστορικό

  • Αξιολόγηση αναγνωστικών και γραπτών δεξιοτήτων

  • Εκτίμηση γνωστικών λειτουργιών

  • Παρατήρηση της μαθησιακής συμπεριφοράς

Η διάγνωση δεν αποτελεί «ταμπέλα», αλλά εργαλείο κατανόησης και σωστής παρέμβασης.

Τρόποι αντιμετώπισης και υποστήριξης

Η δυσλεξία δεν θεραπεύεται, όμως αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με κατάλληλες παρεμβάσεις.

Εκπαιδευτική υποστήριξη

  • Εξατομικευμένο πρόγραμμα ειδικής μαθησιακής παρέμβασης

  • Πολυαισθητηριακές μέθοδοι διδασκαλίας

  • Προσαρμογές στο σχολικό περιβάλλον

Στήριξη στο σπίτι

  • Σταθερή ρουτίνα μελέτης χωρίς πίεση

  • Ενίσχυση των δυνατών σημείων του παιδιού

  • Θετική ανατροφοδότηση και αποδοχή

Συναισθηματική υποστήριξη

  • Ενίσχυση αυτοεκτίμησης

  • Αποφυγή συγκρίσεων

  • Συνεργασία γονέων, σχολείου και ειδικών

Η σημασία της έγκαιρης παρέμβασης

Όσο νωρίτερα εντοπιστεί η δυσλεξία, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η παρέμβαση. Η έγκαιρη υποστήριξη μειώνει τον κίνδυνο σχολικής αποτυχίας, άγχους και συναισθηματικών δυσκολιών.

Η κατανόηση της δυσλεξίας βοηθά το παιδί να αποδεχτεί τη διαφορετικότητά του και να αναπτύξει τις δυνατότητές του με αυτοπεποίθηση.

Bιβλιογραφία

  • Snowling, M. (2019). Dyslexia: A Very Short Introduction.

  • Shaywitz, S. (2003). Overcoming Dyslexia.

22/1/26

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Περιμένω τη σειρά μου

 


Η σπουδαιότητα των κοινωνικών ιστοριών

Οι κοινωνικές ιστορίες αποτελούν ένα αξιόλογο παιδαγωγικό εργαλείο, ιδιαίτερα για παιδιά στο φάσμα του αυτισμού ή σε παιδιά με δυσκολίες.

Δημιουργήθηκαν για να εξηγούν κοινωνικές καταστάσεις με σαφή, δομημένο και προβλέψιμο τρόπο, μειώνοντας το άγχος και την αβεβαιότητα που συχνά συνοδεύουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Μέσα από απλή, κατανοητή γλώσσα και συγκεκριμένα παραδείγματα, οι κοινωνικές ιστορίες συμβάλλουν στο να κατανοήσουν τα παιδιά, κοινωνικούς κανόνες, προσδοκίες και συναισθήματα, τόσο τα δικά τους όσο και των άλλων. Ενισχύουν την αυτορρύθμιση, την επικοινωνία και την κοινωνική κατανόηση, ενώ παράλληλα προάγουν την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία.

Η χρήση κοινωνικών ιστοριών στο σχολικό και στο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να υποστηρίξει θετικά τη συμπεριφορά, να βελτιώσει τη συνεργασία και να διευκολύνει τη συμμετοχή του παιδιού σε καθημερινές δραστηριότητες. Όταν προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε παιδιού, αποτελούν ένα πολύτιμο μέσο μάθησης και ενδυνάμωσης.

  ΥΛΙΚΟ

Μανίνα Καούκη

Ειδική Παιδαγωγός MA Special Education

Coach Προσωπικής Ανάπτυξης ΕΚΠΑ Αθηνών

Συγγραφέας Ειδικών Εκπαιδευτικών Βιβλίων

 


Βιβλιογραφία

  • Gray, C. (2010). The New Social Story Book. Arlington, TX: Future Horizons.
  • Gray, C. (2015). Social Stories™ 10.0: Criteria and Guidelines.
  • Attwood, T. (2007). The Complete Guide to Asperger’s Syndrome. London: Jessica Kingsley Publishers.
  • Kokina, A., & Kern, L. (2010). Social Story™ interventions for students with autism spectrum disorders: A meta-analysis. Journal of Autism and Developmental Disorders, 40, 812–826.

 

19/1/26

Πώς στηρίζουμε ψυχολογικά ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες

πηγη


 

Πώς στηρίζουμε ψυχολογικά ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες

Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες δεν έρχονται αντιμέτωπα μόνο με ακαδημαϊκές προκλήσεις, αλλά συχνά βιώνουν έντονη συναισθηματική πίεση. Η επαναλαμβανόμενη εμπειρία αποτυχίας, οι συγκρίσεις και οι υψηλές προσδοκίες μπορεί να επηρεάσουν βαθιά την αυτοεκτίμηση και την ψυχική τους ανθεκτικότητα.

Η ψυχολογική στήριξη αποτελεί βασικό παράγοντα για τη συνολική ανάπτυξη και ευημερία του παιδιού.

Πώς επηρεάζουν οι μαθησιακές δυσκολίες την ψυχολογία του παιδιού

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Άγχος και φόβος αποτυχίας

  • Αποφυγή σχολικών δραστηριοτήτων

  • Αίσθημα ματαίωσης ή θυμού

Ο ρόλος των γονέων

Οι γονείς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη συναισθηματική ενδυνάμωση του παιδιού.

  • Αποδοχή της δυσκολίας χωρίς ενοχοποίηση

  • Εστίαση στην προσπάθεια και όχι στο αποτέλεσμα

  • Ρεαλιστικές προσδοκίες

  • Αποφυγή συγκρίσεων με άλλα παιδιά

Η σημασία της ενσυναίσθησης

Η κατανόηση και η αναγνώριση των συναισθημάτων του παιδιού το βοηθούν να αισθάνεται ασφαλές και αποδεκτό.

Ενίσχυση της αυτοεκτίμησης

  • Ανάδειξη δυνατών σημείων και ταλέντων

  • Ευκαιρίες επιτυχίας εκτός σχολικού πλαισίου

  • Θετική ανατροφοδότηση

Συνεργασία με ειδικούς

Η συνεργασία με ψυχολόγους, ειδικούς παιδαγωγούς και θεραπευτές βοηθά στη συνολική υποστήριξη του παιδιού.

Μακροπρόθεσμα οφέλη

Η σωστή ψυχολογική στήριξη ενισχύει την ανθεκτικότητα, την αυτονομία και την αυτοπεποίθηση του παιδιού, συμβάλλοντας στη θετική του πορεία στην ενήλικη ζωή.

Βιβλιογραφία

  • Hornby, G. (2015). Parental Involvement in Childhood Education.

  • Meltzer, L. (2018). Executive Function in Education.